Την ώρα που δε βρίσκεις νόημα
στις λέξεις
αρχίζουνε τα μπλουζ,
τόσο φτιαγμένα από σιωπή
και μνήμη.
Είναι η επανάληψη
του ρυθμικού μοτίβου
ή ένα πολυφορεμένο ενσταντανέ
μιας κάποιας πιθανότητας του βίου
που όμως δεν υλοποιήθηκε
εξολοκλήρου έτσι.
Την ώρα που οι τοίχοι
τρέχουνε παράλληλα
όπως οι ράγες ενός τρένου,
-α, ναι, αγάπη μου
βρεθήκαμε αργά
κι έτσι δεν πρόκειται
οι δυο μας να συναντηθούμε-
τότε ακούγονται ξανά τα μπλουζ
πάντα σ' ένα υπόγειο μαγαζί
επίμονα κλειστό
εδώ και χρόνια
λες και δεν πέρασε ποτέ
η τελευταία μέρα...
