Παρασκευή, Ιανουάριος 06, 2012

οι τελευταίοι εκδρομείς



Γυρνούσαμε ώρες τα βουνά με τ' αυτοκίνητο, μήπως βρεθεί μια προκυμαία. Έξω ψιχάλιζε. Κάποτε η γυναίκα κουραζόταν από τη διαδρομή, έστρεφε το πρόσωπό της στο παράθυρο κι έπαιρνε να σιγοτραγουδάει, λες και νανούριζε τον εαυτό της: "πετραδάκι πετραδάκι, για τα σένα το φτιαξα" κι ό,τι άλλο ξεσήκωσε στον τόπο που γεννήθηκε απ' την Ελλάδα, καθώς τα είχε συμφωνήσει με τον έμπορο να της κρατάει πάντα ένα αντίτυπο από κάθε δισκάκι που έβγαινε κι εδώ. Κολλούσαν οι μελωδίες μαζί με την ανάσα της στο τζάμι. Έξω δε βλέπαμε βροχή.
"Καημένο κορίτσι", σχολίαζαν χαμηλόφωνα οι άλλοι της παρέας. Οι πιο φτωχοί ήτανε εκεί. Μα όμορφοι και δυνατοί, με γλέντια και χαμόγελα, όπως όλοι οι άνθρωποι που έζησαν λιγάκι παραπάνω απ' την πατρίδα τους, κι έχουν την πολυτέλεια να τη διακρίνουν πάλι, λίγο προτού πεθάνουν, μέσα από  τις ψηφίδες κάποιας αόρατης αγιογραφίας: "α, κοίτα αυτό το λόφο, δες το νησάκι απέναντι, σαν τα δικά μας μέρη, κοίτα, η ίδια βλάστηση", για ώρες γυρνώντας στα βουνά, μήπως βρεθεί μια προκυμαία,  για να πετάξουμε Σταυρό στα Θεοφάνεια.
Ώσπου πατρίδα γίνεται μια κρυφή παραλία στην Πελοπόννησο, ένα απρόσμενο τοπίο στη Μακεδονία, δυο δέντρα που γέρνουν το ένα πάνω στ' άλλο στην Ήπειρο, μια χούφτα άμμος στις Κυκλάδες ή μόνο ένα παράθυρο όπου υπάρχει θάλασσα.
Η γυναίκα αποκοιμήθηκε, όπως ο άντρας δίπλα της μονολογούσε: "για δες που τώρα μας χτυπάνε και με βλέμματα... Παλιά έπεφτα κι εγώ στα νερά για το Σταυρό, μα τώρα πια..." Είπαμε τότε να κάνουμε μια στάση, να ξεμουδιάσουμε. "Να τον προσέχετε, ενημέρωσε ένας, συνήθως χάνεται και τον ψάχνουμε", μα ο άντρας γύρισε στο μέρος μου ευδιάθετος και είπε σα να 'μαστε φίλοι αδελφικοί, που συναντιούνται έπειτα από χρόνια "εσένα έψαχνα. Πάμε να φύγουμε τώρα, χωρίς τους άλλους". Παλιός ποδοσφαιριστής, και τον συνόδευε η φήμη ότι μπορούσε να ντριμπλάρει τέσσερις παίκτες σε ένα μέτρο χώρο. Καθίσαμε οι δυο μας στο ταβερνάκι, κεραστήκαμε τσάι και καφέ. Τραγουδούσε εξαιρετικά χρησιμοποιώντας δυο γλώσσες δικής του επινόησης, τα ακατανόητα αγγλικά και τα ακατανόητα γαλλικά. Φεύγοντας τον προειδοποίησα "σας παρακαλώ, βρέχει έξω. Μην ξεχάσετε την ομπρέλα". "Εσύ ξεχνάς;" με ρώτησε. "Κι εγώ ξεχνάω, ναι", παραδέχτηκα. "Άκουσε τότε να σου πω, για να το ξέρεις: ο άνθρωπος δεν ξεχνάει ποτέ. Απλώς...Αφοσιώνεται..."