Παρασκευή, Νοέμβριος 20, 2009

πίστη εν ώρα διαλύματος



...και όπως λέει και το ανέκδοτο που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες, αν θέλουμε να πάμε στον παράδεισο μπορούμε πάντα να πετάξουμε στην πισίνα που θα δούμε εκεί ένα ντεπόν αναβράζον, όσο κι αν ψάχνει να μην το βρίσκει ο Άγιος Πέτρος.

σφήνα


Σε κεντρική οδό, κάποτε, γύρω στις 9 το πρωί: και οι δύο αλλάξαμε ταυτόχρονα λωρίδα,  με έναν απροβάριστο, μέχρι τότε, συγχρονισμό καταλαμβάνοντας  ο ένας τη θέση του άλλου. Τρία μηχανάκια που εκινούντο πλησίον της διαχωριστικής γραμμής προς την ίδια κατεύθυνση και σε κοντινή μεταξύ τους απόσταση σταμάτησαν χιλιοστά πριν συγκρουσθούν το ένα με το άλλο. Μια μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού προσέκρουσε στον προφυλακτήρα του προπορευόμενου οχήματος και ενώ ο οδηγός εκτινάχθηκε με εντυπωσιακή τούμπα στον αέρα μπροστά, ο  συνεπιβάτης με την ακριβώς αντίθετη περιστροφή έφυγε προς τα πίσω. Πρέπει να γραφτεί επειγόντως ένα μπαλέτο για αυτοκίνητα, μηχανές και ανθρώπους.

Μονολογώντας γιασεμιά


Η άκρη του δρόμου κάπως έτσι. Δίπλα η οικοδομή και τα τσιμέντα. Τα γιασεμιά τρυπάνε ακόμη το μαύρο των ιστολογίων. Α, μοιάζουνε με άστρα. Τα τσιμέντα ακαταμάχητα. Τα απλωμένα ρούχα επίσης. Όμορφες νύχτες, την ώρα που τις ζούμε κιόλας πεθαμένες, αθώες του μέλλοντός τους, πιο σύντομες από τον εαυτό τους ως παρελθόν.  Ένα ζευγάρι σκουλαρίκια φτιαγμένα από συρμάτινες χορδές σε σάζι. Ένα φόρεμα ραμμένο από τις παρτιτούρες αγαπημένων τραγουδιών. Κι ο  έρωτας μια άσκηση ύφους είναι ή η παραδοχή ότι δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Αν το σκεφτείς εκ των υστέρων,  τίποτα δεν έζησε όπως το αισθανθήκαμε. Μονολογώντας γιασεμιά και άστρα, μου απαντούσανε τσιμέντα κι απλωμένα ρούχα. Δικαίωμά μου σάουντρακ τα τραγουδάκια που φωνάζουν στα ποτάμια. Δικαίωμά μου μια Ευδοκία δύο χιλιάδες σπαταλημένες λέξεις.
 .


Νίκος Σπάνιας: Η Καίτη Γκρέυ στη Νέα Υόρκη



Η Καίτη Γκρέυ είχε κάποτε μαύρα μαλιά.
Τώρα έχει ξανθά.
Η Καίτη Γκρέυ είχε κάποτε μακριά τσίνορα.
Τώρα έχει κοντά.
Το δέρμα της είναι ροδαλό και ματ.
Έχει μια φουσκωτή κοιλίτσα
(Είναι ακόμη σεξουάλα)
Μιλάει και ξαφνικά τραγουδάει
(Η φωνή της έχει τόνους ανδρικούς)
Όταν τραγουδάει πιάνει μεγάλη χαρτούρα
Μεγάλη χαρτούρα
Χαρτούρα με ουρά.
Κάθε τσόφλι την ερωτεύεται και θέλει να την παντρευτεί
Αυτή διστάζει, γιατί έχει ψηθεί στην αγάπη
(Ο έρως είναι σα φούρνος του παλιού καιρού,
μανούλα μου.)
Έχει ένα γλυκό λαρύγγι.
Έχει ένα γλυκό ουρανίσκο
Τα δόντια της δεν ξέρω αν είναι ψεύτικα ή αληθινά.
Ανοίγει το παράθυρο της κουζίνας
Και βλέπει το ποτάμι, το ποτάμι, το ποτάμι
East River, East River, East River
Η κουρτίνα της θωπεύει το ροδαλό μάγουλο.
Ένας σκίουρος ζυγώνει και τρώει από το χέρι της
Ένα πράσινο φύλλο πέφτει στα φριζαρισμένα της μαλιά
Ένα πούπουλο χήνας κάθεται στο δυστυχισμένο της ώμο.
Κάνει ψύχρα.
Την πιάνει σύγκρυο.
Ο άνεμος δυναμώνει.
«Σώνει!» λέει και κλείνει το παράθυρο.
«Δεν έκανα καταχρήσεις στη ζωή μου, μόνο έρωτα».
Καρφώνει το βλέμμα της στα θολά νερά.
«Ξέρεις», μου λέει, «αντίκρυσα τον άντρα μου
Νεκρό, μέσα σ’ ένα ψυγείο».

(από την «Αμερική», εκδ. Πανός)

Πέμπτη, Νοέμβριος 19, 2009

Φρανσουά Βιγιόν: Η μπαλάντα του ευχαριστώ



Σε κάθε ιερωμένο ή καλογριά
Σε φρόνιμους και σε παραλυμένους,
Σε ζητιάνους, τεμπέλικα κορμιά,
Σε ρουφιάνους, σε πόρνες που σφιγμένους
Μπούστους φορούν και φούστες, σε σβησμένους
Κορτάκηδες από έρωτα καημό
με φίνες στενές μπότες ποδεμένους
Σ΄όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ

Σε κορίτσια που δείχνουν τα βυζιά
Για νά ΄χουν πιο πολλούς προσκαλεσμένους
Σε χήρες και κοπέλλες για παντρειά
Σε θεατρίνους και σε μασκαρεμένους
Παλιάτσους, σε ξενύχτες μεθυσμένους
Σ' αγύρτες που δετές απ' το λαιμό
Σέρνουν μαϊμούδες, σε χρεοκοπημένους
Σ' όλο τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Όξ΄από κείνα τ' άτιμα σκυλιά
Που μ΄έκαμαν να φάω μουχλιασμένα
Ψωμιά και να πιω βρώμικα νερά
-Που τ' άντερά μου είν' απ' αυτά αργασμένα-
Με πορδές θα να τα 'χα φιλεμένα,
Τώρα όμως κάθουμαι και δεν μπορώ.
Δυνατά, μη μαλώσω με κανένα,
Σ΄όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Ας τους λιανίσουν τα πλευρά ένα-ένα
Μ΄έναν μεγάλο κόπανο γερό
Ή με ματσούκια σιδεροδεμένα.
Σ΄όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

 (μετάφραση Σπ. Σκιαδαρέσης)

Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009

Viva Zabeta, Viva Altis! στη Μαγιοπούλα


Ο συνθέτης και μπουζουξής Γιώργος Αλτής, στην καλύτερη βραδιά του, σε ένα αφιέρωμα στον Γιώργο Ζαμπέτα. Ευχάριστη έκπληξη η συμμετοχή του δεξιοτέχνη Γιώργου Βεντουζά, αγαπημένου μαθητή του Ζαμπέτα. Η ορχήστρα άψογη, η Χαρά Πομώνη σταθερή δύναμη, το μαγαζί γεμάτο, μετρημένες μια δυο καρέκλες έμειναν κενές. Το αφιέρωμα θα επαναληφθεί την επόμενη Τρίτη και θα πρότεινα στους πιστούς του είδους να μην το χάσουν. Το πρόγραμμα αρχίζει στις 10:30. Ως γνήσιος Καισαριανιώτης και ζαμπετικός ο Γιώργος Αλτής, γύρω στις δύο σταμάτησε να παίζει, ενώ κανείς μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε φύγει. "Έχετε δουλειά αύριο, δεν θέλω να σας ξενυχτίσω περισσότερο". Ούτε κράτα τον πελάτη μήπως παραγγείλει κάτι ακόμη, ούτε έτσι ούτε αλλιώς. Ωραίο βράδυ χτες στην Καισαριανή.


Γ. Αλτής και Γ. Βεντουζάς


απογραφή


Αυτό που λέει ο Σαββόπουλος "τηλέφωνο σαν τροχός οδοντογιατρού"...Είχε μεγαλώσει στο σπίτι του μέχρι τα δεκαέξι της, περίπου. Νομίζω πριν κάνει το πρώτο του παιδί. Όταν  πέθανε, της είπανε να έρθει να πάρει τις πένες του. "Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τις άφησε σε μένα", αναρωτιόταν. Η κόρη,  η κανονική,  λένε πως ζήτησε τη μάσκα οξυγόνου που τον κρατούσε στο νοσοκομείο. Απ' τους ανθρώπους που ήταν γύρω του κανείς δεν είχε εύκολο τέλος. Άδικο ίσως, γιατί ο ίδιος δεν εξαπάτησε κανέναν. Είχανε πάει μια φορά παρέα να τον ακούσουνε, φτωχόπαιδα  και τα ξοδέψανε όλα. Βρίσκει τότε  έναν απ' αυτούς την άλλη μέρα στη γειτονιά να κάνει τον καμπόσο για τη λεζάντα στο μαγαζί "έλα δω ρε μαλάκα, του λέει. Το βλέπεις το σπίτι που φτιάχνω; Ε, τα πορτοπαράθυρα είναι όλα πλήρωμένα από σένα! Φύγε από δω τώρα και μη ξαναπατήσεις εκεί που παίζω, γιατί θα σου κόψω τα πόδια". Κι εκείνη σεβόμενη τον κανόνα, πιο κοντινή του, η "ψυχοκόρη του", ας πούμε, έφυγε το περασμένο Σάββατο. Έλειπα όταν έγινε, το έμαθα τηλεφωνικά κι ότι ταλαιπωρήθηκε, σεντόνι απλωμένο η αρρώστια όπου υπήρχαν νεύρα, για να αποδείξει ότι το θαύμα να υπερβαίνει ο ασθενής τα όρια των γιατρών δεν είναι πάντα ευλογία, για να αποδείξει αληθινούς τους στίχους που μας μεγάλωσαν,  ότι η ομορφιά είναι πάντοτε πρόκληση σε έναν κόσμο ανάπηρο και παραμορφωμένο. Τα ονόματα πια δεν έχουν σημασία, οι νεκροί είθισται να μην υπολογίζονται στον συνολικό πληθυσμό της γης.